Ο άνθρωπος του Υπογείου έκλεισε την τηλεόραση. Ένας κόσμος είχε καταρρεύσει τελευταία μέσα του. Δεν ήξερε αν η πραγματικότητα ήταν το ανιαρό περιβάλλον γύρω του ή αν μόλις είχε κλείσει το «παράθυρό» του σε αυτή. Δεν είχε καταφέρει ποτέ κάτι αξιοζήλευτο στη ζωή του και ούτε καν είχε τολμήσει κάτι τέτοιο. Είχε καταντήσει ψυχικά ράκος και μόνος, μακριά από τη γιορτή της ‘ζωής’ που παρακολουθούσε live αλλά δε μπόρεσε ποτέ να συμμετέχει. Ένιωθε άτυχος, αδικημένος.
Η τύχη τον είχε πετάξει σε ένα υπόγειο χωρίς ποτέ να του δώσει την ευκαιρία να τζογάρει για την ευτυχία του, να διαλέξει ένα αριθμημένο κουτί ή να ξετυλίξει μπροστά στην τηλεοπτική αρένα το ταλέντο του.
Ποτέ δεν είχε καταφέρει να (αντι)σταθεί στο συμβολικό σύμπαν της εικονικής πραγματικότητας που ζούσε. Πάντοτε δεκτικός και αναλώσιμος. Δεν πέτυχε τις κατακτήσεις των ειδώλων της tv παρόλο που ντύθηκε, κάπνισε και οδήγησε ανάλογα προϊόντα που κανονικά θα έπρεπε να τον κάνουν ακαταμάχητο και αξιοπρόσεκτο. Κοίταξε τη θηλιά που είχε μηχανικά φτιάξει το προηγούμενο βράδυ. Του φαινόταν τώρα τρομερή η όψη του σκοινιού που κρεμόταν από πολύφωτο στο ταβάνι. Προσπάθησε να σκεφτεί και πάλι σκηνές με πάρτι, διασκεδάσεις, καταξίωση, γυναίκες... Τώρα όμως κυριαρχούσε ένα κενό. Αν μονάχα του είχε δοθεί μια ευκαιρία…
Για πολύ καιρό ετοιμαζόταν για την ‘πραγματικότητα’, την έξοδο απ’ το Υπόγειο, για να απολαύσει τις χαρές της ζωής, όπως έκαναν τα είδωλα ‘καθημερινών ηρώων’ που παρακολουθούσε ανελλιπώς. Κάτι πήγε στραβά. Κάπως αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Για πολύ καιρό έπλαθε εικόνες στο μυαλό του, «ζωτικά ψεύδη», και είχε επαναπαυθεί σε αυτές. Με παντελή απουσία Βούλησης είχε για αφεθεί στον έξωθεν επιβεβλημένο «αισθητικισμό» του. Τώρα πια δε μπορούσε να καταλάβει ποια είναι η πραγματικότητα, ποιο το Είναι και ποιο το Δεν Είναι. Τι είναι πραγματικό; Το βίωμά του ή το live; Είχαν αυτά τα δύο αλήθεια κάποια διαφορά; Μήπως ήταν όλα μια παραίσθηση; Κοίταξε τη θηλιά. Του είχε καρφωθεί ένα ζεύγος εννοιών: «Είναι/Δεν Είναι, Είναι/Δεν Είναι».
Δε θυμόταν να είχε ποτέ Βούληση για κάτι, ένα Σκοπό για τον οποίο να είναι διατεθειμένος να παλέψει ή και να πεθάνει. Του αρκούσε η εκπλήρωση των άμεσων επιθυμιών του, των ‘αναγκών’ που τον είχαν πείσει πως έχει ως ‘υπόσταση’. Μόλις τώρα όμως συνειδητοποιούσε ότι όλες οι λαμπερές εικόνες που προσπαθούσε να μιμηθεί δεν όφειλαν τη λάμψη τους σε αισθητική τελειότητα, αλλά σε «αισθητική λογοκρισία». Δεν ήθελε ποτέ τίποτα και ήταν πολύ κουρασμένος και απογοητευμένος πια για να Θέλει. Με αυτή τη σκέψη, του ήρθαν στο μυαλό κάποια λόγια που είχε κάποτε ακούσει: «η επιθυμία είναι θάνατος και ο θάνατος επιθυμία». Ανήκαν στον Βούδα. Η έλλειψη Βούλησης και ενός βίου κριτικού απέναντι σε «γνώσεις» και επιταγές τον είχαν περιορίσει σε ανακλαστικές αντιδράσεις. Η ζωή του μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή ενός φυτού. Ήσυχη, αδιάφορη. Υπήρξε ο τέλειος καταναλωτής, τηλε-θεατής, τηλε-εραστής και τελικά τηλε-άνθρωπος. Σε όλα “από μακριά” και αυτοϊκανοποιούμενος.
Ανέβηκε στην καρέκλα και πέρασε τη θηλιά στο λαιμό του μηχανικά. «Είναι/Δεν Είναι, Είναι/Δεν Είναι». Ποια είναι η πραγματικότητα; Πέρασε όλη του τη ζωή με επιθυμίες. Τώρα πια δεν είχε το κουράγιο να Θέλει. Το μόνο στο οποίο είχε πιστέψει ήταν στη λαμπερή εικόνα που τον έθελγε. Τώρα είχε μια μόνο επιθυμία. Έριξε μια τελευταία ματιά στο γυαλί στο οποίο είχε πάρει σχήμα το σύμπαν του…
Μηδέν
Μηδέν

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου