Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Ο ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΑΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝ




«Να σας σαπίσουν στο ξύλο μουνόπανα» μονολόγησε κοιτάζοντας στην οθόνη του να διαδραματίζονται επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και μονάδων των ΜΑΤ. Γύρισε από την άλλη και πρόσθεσε πάγο στο ποτό που είχε βάλει λίγο πριν στο ποτήρι του. Έπρεπα να ελέγχει τα νεύρα του. Είχε κεντρική σημασία για αυτόν να είναι ή να φαίνεται ψύχραιμος και αυτό είχε μάθει να το τηρεί πλέον πολύ καλά. Κάποτε κινδύνεψε να το πληρώσει ακριβά. Σε μια στιγμή πάθους, είχε δείξει τον πραγματικό του εαυτό και αυτό στη δουλειά του ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα στο οποίο μπορούσε κανείς να υποπέσει.
Ένα πλάνο ρίψης ενός καταραμένου μπουκαλιού επειδή τα πήρε με κάποιον μαλάκα που αδίκησε ή δεν ευνόησε την ομάδα του, μπορούσε να στοιχίσει ολόκληρη την καριέρα του. Κι εκείνη τη στιγμή τρελάθηκε, ένιωσε πως δεν υπήρχε κάποια διέξοδος σε αυτό που είχε εγκλωβιστεί η οπαδική ψυχολογία του και πως η μόνη λύση ήταν η αυτοδικία. Θα τον σταύρωναν για ένα γαμημένο μπουκάλι ή για το ανοιγμένο κεφάλι ενός ηλίθιου.


Ευτυχώς η θέση του μέσα στο κοινωνικό οικοδόμημα τον προστάτεψε από την μνήμη της ατομικής του μαλακίας. Ενσάρκωνε ένα ρόλο κλειδί στην εποχή των μέσων μαζικής συμμόρφωσης, δηλαδή της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης δια του τηλεθεάματος κι όταν είσαι συστατικό μέρος εκείνων των κέντρων που κατασκευάζουν τις ειδήσεις και αποφασίζουν τι συνιστά γεγονός και τι όχι, ένα παραστράτημά σου μπορεί εύκολα να περάσει στη λήθη. Φυσικά δεν το κάνουν από αγνά αισθήματα. Το ‘ξερε και το πίστευε πως σ’ αυτήν την πουτάνα τη ζωή κανείς δεν σου κάνει χάρη. Ήταν πάρα πολύ χρήσιμος, τον χρησιμοποιούσαν και τους χρησιμοποιούσε αλλά αυτό αντί να του φέρνει άσχημη αίσθηση και παράπονο, ερέθιζε περισσότερο το ναρκισσισμό του. Ήταν ένας φανατικός καριερίστας μ’ όλα τα χαρακτηρολογικά στοιχεία που συνεπάγεται αυτό. Είχε την βαθιά αίσθηση ότι όλοι κρέμονταν απ’ τα χείλη του ανεξάρτητα απ’ το αν αυτά που έλεγε άρεσαν ή προκαλούσαν αντιδράσεις. Είχε την πεποίθηση ότι όπως και να ‘χε, σίγουρα τον θαύμαζαν. Ένα από τα ατού του ήταν η τέχνη του να ειρωνεύεται κι αυτό είναι πιο αποτελεσματικό από οποιαδήποτε επιχειρηματολογία καθώς καθιστά τον συνομιλητή σου όχι απλώς ανεπαρκή, αλλά και γραφικό. 


Η περιστασιακή μετατόπιση της κριτικής ή της ανοχής του απέναντι σε καταστάσεις της επικαιρότητας, υποχρέωση που τηρούσε σαν καλός εργαζόμενος καριερίστας όταν το συμφέρον των ιδιοκτητών εργοδοτών του το απαιτούσε, δεν ήταν πρόβλημα αφού η πραγματικότητα στα τηλεοπτικά δελτία είναι η στιγμιαία, επιφανειακή απόδωση μιας διαμεσολαβημένης εικόνας. Παρελθόντα frames εξαφανίζονται από την τηλεοπτική συλλογική μνήμη όπως τα γραπτά γεγονότα τροποποιούνταν και εξαφανίζονταν στους ειδικούς σωλήνες του Υπουργείου Αλήθειας στο «1984» του Όργουελ. Με σύμμαχο την διαχείριση του χρόνου, των θεμάτων, του τι συνιστά πρόβλημα, τον ορίζοντα των «συνετών» λύσεων και τέλος με την επιλογή των καλεσμένων, ο τηλεοπτικός αέρας είναι μια αρένα που αποφασίζεις ως διαχειριστής τους όρους μάχης. Ορίζοντας το πλαίσιο ορίζεις σκοπούς και μέσα, τα δύο βασικά στοιχεία του εκάστοτε ορθολογισμού και αυτός ήξερε να προσαρμόζεται πολύ καλά στο εκάστοτε πλαίσιο. Η ιδεολογική κυριαρχία του πολιτικού ορθολογισμού είναι τόσο καταπληκτική γιατί ασκεί μια τρομακτική βία σε κάθε αλλιώτικο τρόπο σκέψης, εκτοπίζοντάς τον ανεπαίσθητα στο περιθώριο, στο χώρο του radical, του φανατικού, του τρελού. Το ανείπωτο αναγκαστικά χρησιμοποιεί βία για να σπάσει τα στεγανά και ν’ ακουστεί και τότε ο «πασιφιστικός» φιλελεύθερος ορθολογισμός επικαλείται την τηλαυγή ηθική του ανωτερότητα με τη φετιχοποίηση της μη βίας ή με «την καταγγελία της απ’ όπου κι αν προέρχεται».  Η μεγάλη δύναμη αυτής της καταπίεσης κρύβεται στο ότι ως διαδικασία φαντάζει τόσο έλλογη και τόσο προφανώς δημοκρατική˙ στο ότι είναι τόσο αόρατη. 


Ο ίδιος ήταν αδίστακτος. Σε άλλες εποχές θα μπορούσε το ίδιο αποτελεσματικά να κάνει προπαγάνδα στα μέσα ενός ακραιφνώς φασιστικού καθεστώτος ή να είναι κομματικός κομισάριος σε μια χώρα του παλαιού υπαρκτού σοσιαλισμού. Παρόλαυτά στο προκείμενο καθεστώς παπαγάλιζε όλο στόμφο και με ύφος διανοουμενίστικο, αοριστολογικές αρχές του φιλελευθερισμού περί (κάποιας) ‘‘Δημοκρατίας’’ και ελευθερίας του λόγου που ενυπάρχουν στην χειραφετητική και μαγική ελεύθερη αγορά. Η οικογένειά του είχε το backround ώστε να του παρέχει τα απαιτούμενα εφόδια για επαγγελματική επιτυχία: πολιτισμικό και κοινωνικό κεφάλαιο (υλικούς και μορφωτικούς πόρους) καθώς επίσης εκείνα τα κοινωνικά δίκτυα που θα τον βοηθούσαν στην διατήρηση του στις προνομιούχες θέσεις της κοινωνικής ιεραρχίας ή ακόμα και στην ανέλιξή του. Ακόμα κι αν δεν τον ήξερε κάποιος, θα καταλάβαινε πως από μικρός ήταν από κείνα τα παιδιά που θεωρούνται πολύ «ώριμα» για την ηλικία τους, που είναι υποδείγματα διαγωγής και που αν χρειαστεί να «υπερασπιστούν την τάξη», καρφώνουν τους συμμαθητές τους στο σχολείο. Η «ωριμότητα» αυτή έγκειται στο ότι από πολύ νωρίς αφομοίωσε την αρχή του κανιβαλο-ανταγωνισμού, της επιθυμίας να υπερέχεις σε βάρος των άλλων και πως μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι μόνο επιθυμητή ή χρηστή ή ορθολογική, αλλά και άξια θαυμασμού. Το καλύτερο παιδί, ο καλύτερος μαθητής, ο καλύτερος φοιτητής, ο καλύτερος επαγγελματίας καριερίστας, άσχετα αν αυτή η στάση προκαλεί φθόνο: το τελευταίο το θεωρούσε το πιο τρανό γνώρισμα του αποτυχημένου και το απέδιδε σε όσους του ασκούσαν κριτική. Θεωρούσε πως η καλή ζωή είναι για τους αρίστους ενώ η μετριότητα των υπολοίπων οφείλει να αντικατοπτρίζεται στις μίζερες συνθήκες της υλικής τους ύπαρξης.


Η διαπαιδαγώγισή του ήταν έκδηλη στην επαγγελματική του συμπεριφορά. Άλλωστε η εκπαίδευση αυτό το νόημα έχει. Βαθιά επηρεασμένος από το Μαλθουσιανισμό, θεωρούσε τη φτώχεια ένα λειτουργικό προαπαιτούμενο της κοινωνίας. Οι πλανητικοί πόροι σύμφωνα με αυτή την οπτική δεν φτάνουν για όλους, συνεπώς η φτώχια, η εξαθλίωση και η λιμοκτονία είναι σταθεροποιητικά στοιχεία του βιοκόσμου. Πολύ περισσότερο απ’ αυτό είναι κοινωνική δικαιοσύνη γιατί εκφράζουν την απόλυτη αξία του καθενός. Και μια κοινωνία θα έπρεπε να προσαρμόζει το δίκαιό της σε αυτό το μοντέλο φυσικής επιλογής.  


Κάθε του εμφάνιση ήταν μια παράσταση, μια παράσταση όπου έπαιζε τον κριτή περί νομιμότητας και ορθότητας κοινωνικών πρακτικών. Με αυστηρό ύφος προσπαθούσε να αποσπάσει δηλώσεις κοινωνικών φρονημάτων για να ξεσκεπάσει τους περιθωριακούς ανακρινόμενούς του, οι οποίοι δεν σέβονταν την ευνομία και την κοινωνική ειρήνη που με τόσο πάθος έδειχνε ο ίδιος να υπερασπίζεται. «Καταδικάζετε τις ακραίες συμπεριφορές;» συνήθιζε να ρωτάει, ορίζοντας ως τέτοιες οποιαδήποτε αντίδραση κάποιου ενάντια στην επιθετική εξουσία του κράτους και των συμμάχων του. Φλυαρούσε στο όνομα κάποιου κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο βέβαια κανείς δεν είχε κληθεί ποτέ να υπογράψει και το οποίο ρύθμιζε την «ομαλότητα» της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. 


Η ανισότητα κατά τη δική του διανοουμενίστικη άποψη δεν έπρεπε να αποδίδεται στο ίδιο το σύστημα, αλλά στην αποτυχία των κατώτερων στρωμμάτων της ιεραρχίας να ανέλθουν σε αυτή. Το σύστημα και οι δομές του ήταν οι εγγυητές της κοινωνικής συνοχής και ήξερε ότι έπρεπε να τις υπερασπίζεται με λύσσα, να παίζει κάθε βράδυ τα ρέστα του για να δείξει στην μεγάλη μάζα των τηλ-ανθρώπων πόσο ηλίθιοι και λίγοι είναι, επομένως και πόσο επικίνδυνο να ζητάνε μεγαλύτερη συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων που τους αφορούν. Με τέτοια ζητήματα θα έπρεπε να ασχολούνται μόνο οι επαγγελματίες πολιτικοί, που απολάμβαναν ούτως ή άλλως την νομιμότητα του εκλογικού και πολιτικού συστήματος, καθώς και οι υπολογιστές άνθρωποι της αγοράς. Το «μαστίγωμα» των αντιφρονούντων του προκαλούσε μια σαδιστικής μορφής ηδονή. Ίσως να έχουν δίκιο ορισμένοι όταν λένε ότι η εξουσία είναι το καλύτερο αφροδισιακό. Οι κατώτερες τάξεις αντιμετωπίζονταν απ’ αυτόν με μια ισχυρή δόση ωμού Βικτωριανισμού, ως παρίες που προσπαθούν να καταστρέψουν την ελίτ των σπουδαίων μελών της κοινωνίας εξαιτίας του φθόνου και της μνησικακίας τους. Άλλωστε όπως είχε πει ο Χέρμπερτ Σπένσερ, ‘‘οι φτωχοί πάντα θα διαμαρτύρονται’’, προσδιορίζοντας το γεγονός ως μια φυσική αντίδραση απόρροια του φυσικού φαινομένου της φτώχιας. Δεν ήταν δικό του πρόβλημα και έπρεπε να φροντίζει ώστε να μη γίνει και γι’ αυτόν και για τους κοινωνικούς «εταίρους» του.


Ενώ στο νου του εμφανίζονταν πολλές από τις παραπάνω σκέψεις παρακολουθώντας την ζωντανή σύνδεση ενός καναλιού με τον τόπο των επεισοδίων, χτύπησε το θυροτηλέφωνο: «Είμαστε έτοιμοι, μπορείτε να κατεβείτε», ακούστηκε από το ηχείο. Φόρεσε το παλτό του και κατέβηκε. Στην είσοδο τον περίμεναν δύο μηχανές της αστυνομίας για να τον συνοδέψουν στον προορισμό του. Μπήκε στο ακριβό του αυτοκίνητο και ξεκίνησε. «Αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας» σκέφτηκε όπως κάθε φορά που έκανε την ίδια διαδρομή με τον ίδιο τρόπο. Οι ευτελείς μάζες είναι επικίνδυνες για έναν άριστο. Πολύ καιρό τώρα δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα και ασυνόδευτος στην πόλη. Το κέντρο και άλλες πολυσύχναστες περιοχές ήταν απαγορευμένες περιοχές γι’ αυτόν, γεγονός που αύξανε την οργή του απέναντι στην τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού της μετριότητας. Ο περιορισμός που υπήρχε στις μετακινήσεις του, καθώς επίσης και στην έκφραση των ομοφυλοφιλικών του τάσεων ελέω της (αυτο)εικόνας του ως ακέραιου κοινωνικού προτύπου, του είχαν δημιουργήσει πλήθος νευρώσεων τις οποίες προσπαθούσε επιμελώς να κρύψει στον εικονικό, μακιγιαρισμένο κόσμο της τηλεόρασης.


Με το που πάρκαρε στο γκαράζ του τεραστίου μεγάρου αποβιβάστηκε και χαιρέτησε απρόθυμα τους αστυνομικούς. Εισήλθε στο ασανσέρ και ανέβηκε σε κάποιον όροφο. Αφού τελείωσε η συνεδρίαση για τη θεματολογία και τις λεπτομέρειες του δελτίου, μπήκε σ’ ενα δωμάτιο για να χαλαρώσει, να προβάρει στον καθρέφτη το ύφος του υπερόπτη διανοουμένου που είναι πολύ σίγουρος για την διαφωτιστική αξία των γνώσεών του και που δεν πρόκειται η έκφρασή του να σπάσει από κάποιο απρόβλεπτο αντεπιχείρημα. Έπρεπε να βάλει σε τάξη τη σκέψη του για την αποψινή παράσταση και να κρύψει με το μέικ-απ οποιοδήποτε σημάδι ατέλειας στο πρόσωπό του που θα υπονοούσε ψυχική σύγχυση.


Βγήκε και αφού μπήκε στο studio πήρε τη θέση του. Κοιτάζοντας το λαμπάκι της κάμερας προσπάθησε να στήσει σωστά την έκφρασή του: αυστηρή από το πρώτο δευτερόλεπτο ώστε να μη δώσει περιθώριο αμφισημίας του εκπεμπόμενου μηνύματος σε κάποιον συμπαθόντα απέναντι στους διαδηλωτές τηλεθεατή. Ο τσαμπουκάς των φιλο-μπαχαλάκηδων έπρεπε να σπάσει με το ξεκίνημα και να μετατραπεί σε φόβο και τύψεις. Μα την αλήθεια, ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει και πώς. Άνοιξε ο φωτισμός του χώρου κι ο τεχνικός υπεύθυνος άρχισε να μετρά αντίστροφα. Πήρε το ύφος του αυστηρού πατέρα που περιμένει χαράματα το παιδί του να περάσει το κατώφλι της πόρτας για να του τα σούρει. «5,4,3,2,1, Γιάννη είμαστε στον αέρα!».[*]   
   
   



[*] ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΕΧΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου