Η Καγκελάριος της Γερμανίας ένιωσε την ανάγκη να προβεί σε μια απολογητική δήλωση όσων αφορά τις δολοφονίες εννέα μη-Γερμανών και μίας αστυνομικού που διεπράχθησαν στη χώρα της, από Νεοναζιστική οργανωση (για τους «δύσπιστους» αυτό δείχνουν πολύ ισχυρά στοιχεία της αστυνομικής έρευνας). Παίρνω λοιπόν το θάρρος να σχολιάσω ορισμένα σημεία του διαδικτυακού μηνύματός της εν είδει επιστολής.
Όχι ότι θα έμπαινε στον κόπο να την διάβαζε (ή θα είχε την υποχρέωση) ακόμα και στο ακραίο ενδεχόμενο που η τελευταία θα έπεφτε στην αντίληψή της, αλλά αυτός ο τρόπος γραφής με βοηθάει στην πιο πειθαρχημένη διατύπωση των δικών μου σκέψεων. (Για ολόκληρο το κείμενο της Α. Μέρκελ πάτα εδώ).
Όχι ότι θα έμπαινε στον κόπο να την διάβαζε (ή θα είχε την υποχρέωση) ακόμα και στο ακραίο ενδεχόμενο που η τελευταία θα έπεφτε στην αντίληψή της, αλλά αυτός ο τρόπος γραφής με βοηθάει στην πιο πειθαρχημένη διατύπωση των δικών μου σκέψεων. (Για ολόκληρο το κείμενο της Α. Μέρκελ πάτα εδώ).
Κυρία Μέρκελ,
Είναι πράγματι προς τιμήν σας το γεγονός ότι νιώσατε την ανάγκη ή ακόμα την υποχρέωση να απευθυνθείτε με μηνυμά σας στην κοινή γνώμη, όσον αφορά την εξιχνίαση δολοφονιών που διεπράχθησαν σε βάρος μεταναστών από ομάδα Νεοναζί συμπατριωτών σας στη χώρα σας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως πράξατε το «αυτονόητο» όμως στους καιρούς που ζούμε το μέχρι πρότινος προ-φανές μπορεί πολύ εύκολα να «συσκοτίζεται» ή να εξορίζεται στην σιωπή ωσάν α-φανές. Διαβάζοντας όμως την ομιλία σας σε εφημερίδα της χώρας μου, διάφορες σκέψεις μου ήρθαν στο μυαλό σε συνδυασμό και με αφορμή κάποιων στοιχείων τα οποία πρέπει να γνωρίζετε, αλλά θα ήθελα να τα αντιπαραθέσω στα δικά σας λεγόμενα. Οι παρατηρήσεις μου λοιπόν θα έχουν καλοπροαίρετο (μέχρι ένα σημείο) χαρακτήρα και θα γίνουν εν προκειμένω καλή τη πίστη, τουλάχιστον ως προς το πρόσωπό σας παρόλο που τα πρόσωπα είναι φορείς θέσεων και ρόλων που επιβάλλουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και πρακτικές. Άρα δεν θα είμαι και τόσο καλοπροαίρετος. Ίσως να μαι και προκατειλημένος (αλλά πιστεύω όχι χωρίς λόγο). Ας περάσω όμως στο κυρίως θέμα αφήνοντας κατά μέρος τις αβρότητες.
Αναφέρετε στο κείμενό σας:
«Αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω μαζί σας σήμερα για το θέμα που εδώ και ημέρες έχει συγκλονίσει εμένα και πιθανότατα και τη συντριπτική πλειονότητα από εσάς και με βάζει σε σκέψεις: Πρόκειται για τον θάνατο δέκα ανθρώπων – οχτώ ατόμων από την Τουρκία, ενός Ελληνα και μιας αστυνομικού από τη Θουριγγία. Δεν γνωρίζουμε όλες τις λεπτομέρειες, όμως όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο ότι αυτές οι δολοφονίες διεπράχθησαν από φανατικούς, από νεοναζί. Σε αυτούς τους φανατικούς μπορεί επίσης να αποδοθεί μια φρικτή βομβιστική επίθεση στην Κολωνία. Αυτά τα εγκλήματα ντροπιάζουν τη χώρα μας.»
Νομίζω ο προσδιορισμός «φανατικοί» έχει συγκεκριμένη ιδεολογική στόχευση καθώς χρησιμοποιώντας τον αφηρημένο όρο φανατικός, μπορεί να αποδίδεται οποιαδήποτε πράξη έξω από την κατεστημένη νομιμότητα και τον «πολιτικό ορθολογισμό» σε αντικοινωνικές και εχθρικές συμπεριφορές παραφρόνων ιδεοληπτικών. Πώς μπορεί όμως να χαρακτηριστεί εξίσου ως τέτοιος, από τη μία ένας άνθρωπος που πιστεύει στην ανωτερότητα κάποιας φυλής έναντι άλλων και κατ’ επέκταση στο «φυσικό δικαίωμα» εκμετάλλευσης και εξόντωσης των ασθενέστερων από τους κυριάρχους και από την άλλη ένας άνθρωπος που αγωνίζεται για μια κοινωνία όπου δεν θα υφίσταται εκμετάλλευση ανθρώπου σε άνθρωπο; Πιο απλά τσουβαλιάζετε μαζί με τα εγκλήματα φυλετικού μίσους και τις στοχευμένες πράξεις μισαλλοδοξίας, κάθε άλλη κοινωνική και πολιτική δράση που αμφισβητεί ή «υπονομεύει» την «αρμονική» δομική διάρθρωση των κοινωνικών μας σχέσεων, δηλαδή την ιεραρχική διάρθρωση της κοινωνίας μας. Η ελευθερία του λόγου και το κράτος δικαίου της ελεύθερης αγοράς, αναγνωρίζει το δικαίωμα κάποιου να πιστεύει και να εκφράζει ότι θέλει, αλλά μέσα στο πλαίσιο ενός «πολιτικού πολιτισμού» που αποτελεί εγγύηση ενός σκληρού πυρήνα αρχών που διέπουν τις ζωές μας. Έξω από αυτά τα όρια ο αγωνιστής της κοινωνικής ισότητας εμπίπτει στην ίδια κατηγορία του εξτρεμιστή αντιδραστικού, μαζί με τον Νεοναζί δολοφόνο και τον Ταλιμπάν μάρτυρα του Ισλάμ. Το φιλελεύθερο κράτος δικαίου μπορεί να δεχθεί μόνο προγραμματικές δηλώσεις, ντεκαφεϊνέ ιδεολογίες και πολιτικά προτάγματα που δεν θέτουν σε κίνδυνο τις βάσεις του, κατ’ ουσίαν τις κοινωνικές ομάδες που κερδίζουν εξουσία έναντι άλλων από την τήρηση των κανόνων αυτών. Πρόκειται για ένα άλλου τύπου Gleichschaltung, κανόνων ευθυγράμμισης μέσω των οποίων οι Ναζί είχαν απαγορέψει (αυτοί τουλάχιστον άμεσα) την ελεύθερη πολιτική έκφραση. Οι μη ευθυγραμμιζόμενοι μπορεί να μη λογίζονται για τον πολιτικό πολιτισμό σας ως υπάνθρωποι με βιολογικούς όρους, ορίζονται όμως έμμεσα ως φορείς βαρβαρότητας.
Συνεχίζετε:
«Οχι μόνο οι οικογένειες, αλλά και όλοι μας θέλουμε να μάθουμε ποιοι είναι οι δράστες, αν υπήρξαν άτομα που γνώριζαν για τα εγκλήματα, ποιοι συσχετισμοί υπάρχουν. Γι’ αυτό και δεν θα ησυχάσουμε μέχρις ότου διαλευκάνουμε αυτές τις πράξεις. Η Γερμανία είναι ένα κράτος δικαίου, και αυτό το δίκαιο ισχύει για τον καθένα, ανεξάρτητα από το πόσον καιρό ζει εδώ μαζί μας και πότε ήρθε σε μας. Η πίστη στη δύναμη του δικαίου, αυτή είναι ο ενωτικός δεσμός ανάμεσα στους πολίτες που ζουν στη χώρα μας.»
Δεν μπορώ σε αυτό το σημείο να μη δεχθώ το ειλικρινές της απορίας σας για την μη έγκαιρη σύλληψη των δραστών. Από την άλλη μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι η εξιχνίαση των εγκλημάτων θα αργούσε εξίσου, αν επρόκειτο για εύπορους Γερμανούς πολίτες. Τα θύματα όμως ήταν στην πλειοψηφία τους μικροπωλητές που διατηρούσαν πάγκους πώλησης φαγητού (κεμπάπ). Ο χαρακτηρισμός από μέρους των ΜΜΕ της χώρας σας «δολοφονίες του ντονέρ» νομίζω μας λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίον εκλαμβάνονταν στο συλλογικό ασυνείδητο οι ανθρωποκτονίες ως προς τη σημασία των θυμάτων τους. Οι μετανάστες ως αδύναμη κοινωνιολογική μονάδα, σε οικονομική δυσμένεια, αποκλεισμένη από το πολιτισμικό και με περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο από άποψη κατάλληλων δικτύων (ακόμη και παραδοσιακών) όπως συμβαίνει όταν αναζητά κάποιος την τύχη του σε μια ξένη χώρα, αποτελούν εύκολο στόχο και «λιγότερο τραγικά θύματα». Πέραν αυτού όμως είναι άτομα στα οποία ευδοκιμούν η ελαφρά τη καρδία ερμηνείες της συμπεριφοράς τους, ακόμα και των θανάτων τους. Έτσι η αστυνομία για χρόνια απέδιδε τις δολοφονίες σε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών που αφορούσαν ομοεθνή μέλη μαφιών (Τούρκους γκάνγκστερ). Με αυτό τον τρόπο η εικόνα των θυμάτων προσλαμβάνει κάτι από θύτες, που η μοίρα τους είναι η λογική συνέπεια της παράνομης δραστηριότητας και των παραβατικών δικτύων που αναπτύσσουν σε βάρος «της δικής μας χώρας και της ευνομούμενης πολιτείας μας στην οποία φιλοξενούνται (αλλά δεν τη σέβονται)». (Διάβασε σχετικό άρθρο στην Guardian).
Παρακάτω:
«Είπα ότι αυτές οι πράξεις με βάζουν σε σκέψεις. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι ότι για χρόνια παρέμενε άκαρπη η αναζήτηση των δραστών. Και γι’ αυτό πρέπει φυσικά να αναρωτηθούμε τώρα κατά τις έρευνες: Μήπως έπρεπε να είχε γίνει κάτι διαφορετικά; Τι θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα; Είναι σημαντικό να υπάρξει τώρα διάλογος ανάμεσα στην ομοσπονδία και στα κρατίδια ακριβώς πάνω σε αυτό.»
Αίσθηση προκαλεί πως σύμφωνα με κατοπινές πληροφορίες Γερμανικού καναλιού (MDR), η αστυνομία είχε εντοπίσει την ομάδα των Νεοναζί το 2001 κοντά στα σύνορα με την Τσεχία αλλά δεν εδόθη ποτέ εντολή για τη σύλληψή τους. Επίσης η Beate Zschäpe που κατεζητείτο από το 1998, είχε εμφανιστεί σε κάποιες εκδηλώσεις του Εθνικοσοσιαλιστικού NPD, μέλος του οποίου υποστηρίζει πως την γνώριζαν ως συνιδρύτρια του «National Socialist Underground», δηλαδή της δολοφονικής συμμορίας. Ίσως κ. Μέρκελ θα έπρεπε να ψάξετε καλύτερα τις σχέσεις που τυχόν υπάρχουν μεταξύ αστυνομίας ή Ομοσπονδιακής Μυστικής Υπρεσίας και NPD. Άλλωστε γνωρίζετε καλύτερα από μένα ότι πλήρης αποναζιστικοποίηση του κρατικού μηχανισμού μετά τον Β’ Π.Π. μάλλον δεν έγινε ποτέ.
Λέτε πως:
«Ο δεύτερος λόγος, ο οποίος με βάζει σε σκέψεις, είναι το ότι δεν έχουμε σβήσει ακόμα την ιδεολογία του μίσους από μερικά κεφάλια. Εδώ έχουμε όλοι μας την ευθύνη, και φυσικά εγώ ως καγκελάριος ιδιαίτερα. Πρέπει να καταφέρουμε –είναι η αποστολή μας ως ομοσπονδιακής κυβέρνησης– να βγάλουμε από τα κεφάλια των ανθρώπων το μίσος, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τον νεοναζισμό. Να μην ησυχάσουμε ώσπου να το έχουμε επιτύχει. Και γι’ αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσοι έχουν το θάρρος να παλεύουν γι’ αυτόν τον σκοπό.»
Αναλαμβάνετε δηλαδή το μέρος της ευθύνης που σας αναλογεί για την διατήρηση, αν όχι γιγάντωση, του Νεοναζισμού. Με λύπη μου όμως καταλαβαίνω ότι δεν αντιλαμβάνεστε σωστά, δεν θέλετε ή δεν μπορείτε λόγω της θέσης σας στο σύστημα εξουσίας, σε τι συνίσταται η ευθύνη αυτή. Προφανώς είναι σχήμα λόγου η έκφραση «να βγάλουμε από τα κεφάλια των ανθρώπων το μίσος, το ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τον νεοναζισμό». Παρ’ όλα αυτά η ρητορική σας παραπέμπει σε μεθόδους θεραπείας μάλλον, παρά σε μια αντιμετώπιση του θέματος με όρους ερμηνείας και κατανόησης. Νομίζω πως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί με σοβαρότητα πως κανείς δεν γεννιέται ρατσιστής, αντισημίτης ή ναζιστής. Η ιστορία μας έχει προμηθεύσει με αρκετό υλικό ώστε να γνωρίζουμε υπό ποιές προϋποθέσεις ευδοκιμούν τέτοιες πεποιθήσεις και συμπεριφορές. Η καταγωγή τουλάχιστον των 2 από τα 3 φερόμενα μέλη της συμμορίας μας επιτρέπει να καταλάβουμε αρκετά πράγματα. Οι Uwe Mundlos και Uwe Böhnhardt προέρχονται από την Ιένα που αποτελούσε τμήμα και της δικής σας πρώην πατρίδας κ. Μέρκελ, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία). Τα δύο αυτά παιδιά δεν γεννήθηκαν με κάποιο πρόβλημα, δεν είχαν κάποια ενδογενή διαστροφή που μπορεί να λυθεί με ψυχοθεραπεία, φάρμακα και ηλεκτροσόκ (κλινική ψυχιατρική)[1]. Απλώς προέρχονται από ένα μέρος, οι κάτοικοι του οποίου ονειρεύονταν αλλιώς την «ελεύθερη Δύση». Θα θυμάστε προφανώς ότι οι άνθρωποι της γενιάς σας και οι νεότεροι, πίστευαν ότι στον «ελεύθερο κόσμο» έχει κανείς όσα τζιν παντελόνια επιθυμεί, μοντέρνα αυτοκίνητα και αμέτρητα pool party, ελεύθερες μετακινήσεις για οπουδήποτε και γενικά υψηλό βιοτικό επίπεδο. Λίγες μέρες όμως μετά την πτώση του Τείχους άρχισαν να καταφθάνουν manager από τη Δυτική Γερμανία, οι οποίοι θα αναλάμβαναν τις τύχες των άλλοτε κρατικών επιχειρήσεων εφαρμόζοντας την απαιτούμενη «ορθολογική διαχείρηση». Άνθρωποι έχαναν ξαφνικά τις δουλειές τους ενώ ακόμη και στα πανεπιστήμια καθηγητές έχαναν τις θέσεις τους αφού δεν ταίριαζαν πλέον στο προφίλ της νέας κοινωνίας. Παροχές πολλών χρόνων που θεωρούνταν δεδομένες έπαυσαν, με έναν πληθυσμό που δεν είχε όχι μόνο την δυνατότητα, αλλά και την εμπειρία να ανταπεξέλθει στο νέο πλαίσιο. Η σχέση Δύσης-Ανατολής εγινε μια σχέση εκμετάλλευσης και οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των Ανατολικογερμανών χειροτέρεψαν δραματικά, καθώς δεν είχαν όλοι την δυνατότητα να ανελιχθούν κοινωνικά όπως εσείς μέσω κομματικών μηχανισμών, φτάνοντας μάλιστα στο ανώτερο αξίωμα της χώρας. Επιπρόσθετα βίωσαν την υποτιμιτική αντιμετώπιση από τα «δυτικά αδέρφια τους», που δυσανασχετούν ακόμη στον φόρο αλληλεγγύης του 5% για τους «ανεπρόκοπους» ανατολικούς. Συνέπεια όλων αυτών; Σύμφωνα με στοιχεία του 2009[2] στην πρώην Ανατολική Γερμανία μόλις το 11% δηλώνει ευχαριστημένο από τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Παρόλο που εκεί ζούνε πολλοί λιγότεροι μετανάστες απ’ ότι στη Δύση (περίπου 2 εκατομμύρια αλλοδαποί), το 41% του πληθυσμού θεωρεί ότι οι ξένοι είναι πάρα πολλοί, ενώ το 35% τους θεωρεί κύριους υπευθύνους για το στεγαστικό πρόβλημα, την ανεργία και την εγκληματικότητα (κι όχι εσάς και τις πολιτικές σας). Παρά την «ανάπτυξη» που έφερε η ελεύθερη αγορά, το ποσοστό ανεργίας στην Ανατολή είναι διπλάσιο απ’ αυτό της Δύσης ενώ πολλοί για να βρουν ένα εισόδημα στρέφονται στο στρατό με συνέπεια το 62% του στρατεύματος της χώρας να είναι Ανατολικογερμανοί, τη στιγμή που οι τελευταίοι αποτελούν μόνο το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Μέχρι το 2009, από τους 15 Γερμανούς στρατιώτες που είχαν σκοτωθεί στο Αφγανιστάν, 13 προέρχονταν από την πρώην ΛΔΓ.
Με τα παραπάνω θέλω να σας πω πως οι Νεοναζί που αφαίρεσαν τις ζωές ανθρώπων επειδή «δεν είχαν δικαίωμα να μολύνουν τη γερμανική γη», δεν είναι κάποια ανωμαλία, κάποια κοινωνική τερατογέννεση. Αποτελούν προϊόν συνέπειας του ίδιου του συστήματος που τους παρήγαγε, του συστήματος για λογαριασμό του οποίου εσείς προϊσταστε στο πολιτικό προσωπικό. Παρόμοια φαινόμενα αναδύθηκαν και εδώ στην Ελλάδα, όπου όμως μπροστά στον «ιερό σκοπό» να υπηρετήσετε το χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό κεφάλαιο της χώρας σας, δεν νιώσατε την ευαισθησία να κάνετε κάποια σχετική δήλωση για τη θλίψη που νιώθετε εξαιτίας της συμμετοχής στην Ελληνική κυβέρνηση ενός κόμματος με σαφείς ρατσιστικούς προσανατολισμούς, με αντισημιτική ρητορική στο παρελθόν και έναν υφυπουργό που έχει δηλώσει πως αν ήταν στο χέρι του θα είχε «διώξει όλους τους Αλβανούς κλωτσιδόν».
«Οχι, δεν θέλουμε να ζούμε με το μίσος σε τούτη τη χώρα, στη χώρα μας. Δεν αποδεχόμαστε αυτές τις απάνθρωπες σκέψεις. Και γι’ αυτό θα λέμε πάντα ξεκάθαρα: Υψώνουμε εναντίον τους την ανθρωπιά, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το κράτος δικαίου.»
Αν ψάχνετε για παράγοντες που ευθύνονται για αυτό που συνέβη δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ακόμη ματιά σε αυτό το υποκριτικό ευχολόγιο με το οποίο κλείνετε το κείμενο έκφρασης της λύπης σας. Μιλάτε για ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την οποία όμως συστηματικά καταπατάτε προς όφελος οικονομικών δεικτών.
Τελικά δεν σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου